Η ‘ενηλικίωση’ της επαγγελματικής μελέτης φωτισμού

Η τρέχουσα δυσμενής οικονομική πραγματικότητα, ως το αναπόφευκτο αποτέλεσμα χρόνιων στρεβλέσεων σχεδόν σε κάθε κλάδο επαγγελματικής δραστηριότητας στη χώρα, εκτός από ένα εξαιρετικά επώδυνο παρόν, προσφέρει αναμφισβήτητα τροφή προς σκέψη για την λεγόμενη ‘επόμενη’ μέρα. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ο αρχιτεκτονικός φωτισμός είτε ως διαδικασία δημιουργικού σχεδιασμού είτε ως πεδίο εφαρμογής καινοτόμων και ενεργειακά αποδοτικών τεχνολογιών, καλείται να υπερβεί την ‘εφηβεία’ του και να προσφέρει αξιόπιστες λύσεις στις σύγχρονες απαιτήσεις. Ένας νέος, αυτόνομος, προηγμένος επιστημονικός κλάδος, αυτός των επαγγελματιών μελετητών φωτισμού, ηγείται της σημαντικής προσπάθειας για να απελευθερώσει το σχεδιασμό φωτισμού από εμπορικές πρακτικές μεγιστοποίησης πωλήσεων φωτιστικού εξοπλισμού και για να θεμελιώσει ένα νέο πεδίο επιστημονικής μελέτης, έρευνας και εφαρμογής αρχιτεκτονικού φωτισμού σε ένα αμιγώς δημιουργικό πλαίσιο.

Η αρχιτεκτονική των τελευταίων δεκαετιών, σε όλο το κόσμο, σηματοδοτειται από μεγάλα κτιριακά έργα στα οποία η ένταξη του φυσικού φωτισμού αποτελεί κυρίαρχη παράμετρο, ενώ η εφαρμογή καινοτόμων τεχνικών και προϊόντων νέας τεχνολογίας όπως για παράδειγμα ειδικών υαλοπινάκων, συστημάτων σκιασμού, αυτομάτων συστημάτωνελέγχου, επιτρέπει την αποτελεσματική χρήση και τον έλεγχο του φυσικού φωτισμού με εξαιρετικά αισθητικά και λειτουργικά αποτελέσματα. Σήμερα, η ανάγκη για εξοικονόμηση ενέργειας, για προστασία του περιβάλλοντος, για εξασφάλιση υγιεινού εσωκλίματος, για αύξηση της παραγωγικότητας, επιβάλει τη χρήση του φυσικού φωτισμού στα κτίρια. Το φυσικό φως δημιουργεί υγιεινό εσωκλίμα, εξοικονομεί ενέργεια και ως εκ τούτου οικονομικούς πόρους. Στο σύγχρονο αρχιτεκτονικό έργο είναι έντονη η τάση για αναθεώρηση των στρατηγικών και των μεθόδων σχεδιασμού που αναπτυχθήκαν κατά την τελευταία εκατονταετία. Η μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης σε συνδυασμό με την εξασφάλιση βιολογικής άνεσης, επανέρχεται ως ένα από τα βασικά κριτήρια του ολοκληρωμένου αρχιτεκτονικού σχεδιασμού.

Σύμφωνα με ένα γενικά αποδεκτό ορισμό, η επαγγελματική μελέτη αρχιτεκτονικού φωτισμού αφορά την τέχνη και την επιστήμη του φωτισμού σε κατασκευασμένα – δομημένα περιβάλλοντα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Αυτή η δημιουργική διαδικασία σχεδιασμού έχει στόχο την επίτευξη μιας λεπτής ισορροπίας ανάμεσα στο τεχνικά αποδεκτό (“επαρκής φωτισμός”), στο αισθητικά επιθυμητό (“κατάλληλη ατμόσφαιρα”) αποτέλεσμα και στη σύγχρονη απαίτηση για ενεργειακά βιώσιμες λύσεις φωτισμού.

Η μεγάλη πλειοψηφία των αρχιτεκτονικών χώρων στη χώρα, δυστυχώς υστερούν σε καλό φωτισμό. Ο υφιστάμενος φωτισμός είναι τις περισσότερες φορές, ομοιόμορφος, χωρίς αναφορά στην αρχιτεκτονική, το χρήστη και συχνά, τη λειτουργικότητα του χώρου. Μια λύση σε αυτό, θα ήταν η ανάθεση της μελέτης του φωτισμού σε κάποιον ειδικευμένο επαγγελματία μελετητή φωτισμού. Παρόλα αυτά, λίγοι θεωρούν ότι αξίζει να αφιερώσουν ενέργεια και χρήμα για μια επαγγελματική μελέτη φωτισμού. Το σωστό είναι, ότι ένας ειδικευμένος μελετητής φωτισμού θα κερδίσει χρόνο και χρήμα για λογαριασμό του πελάτη του, παραδίδοντάς του μια λύση φωτισμού που θα ενισχύει και θα αναδεικνύει την αρχιτεκτονική και το σχέδιο ενός χώρου.

Ο σχεδιασμός του φωτισμού υπήρξε συνειδητή πράξη από την αρχή της ιστορίας του πολιτισμού. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της αρχιτεκτονικής, το φως χρησιμοποιήθηκε με ποικίλους τρόπους ώστε να αναδείξει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, να δημιουργήσει μυστήριο και θρησκευτική κατάνυξη, να υποβάλει την κατάλληλη ατμόσφαιρα, να ορίσει το χώρο.

Κοιτάζοντας πίσω, στο παρελθόν της αρχιτεκτονικής – με την έννοια της παραγωγής δομημένου χώρου – διαπιστώνεται ότι, στις επιλογές των μεγεθών, των σχημάτων, των υλικών, των χρωμάτων, πολύ σημαντικό ρόλο παίζει η σχέση τους με το φυσικό φως. Το φως δεν έρχεται να συμπληρώσει και να εφαρμοστεί στο ήδη δομημένο περιβάλλον, αλλά πολύ συχνά η δόμηση αναπτύσσεται με παράμετρο το επιθυμητό φως.

Ο φωτισμός των κτιρίων καθορίζεται από το κλίμα, από το μέγεθος και τη χωροθέτηση των ανοιγμάτων και από τη χωροθέτηση των δραστηριοτήτων μέσα στο κτίριο. Τα παράθυρα και τα ανοίγματα οροφής έχουν εξέχουσα θέση στη δομή του κτιρίου. Σε ένα σημαντικό βαθμό, η αρχιτεκτονική του παρελθόντος τείνει να επιτρέπει την είσοδο του φυσικού φωτός στα κτίρια, μόνο εκεί που είναι επιθυμητό. Αποτέλεσμα αυτής της αντιμετώπισης είναι οι έντονες διαφοροποιήσεις της στάθμης του φωτισμού μέσα στο κτίριο ακόμα και μέσα στον ίδιο χώρο. Συνήθως η παρουσία ανοιγμάτων και των αντίστοιχων φωτεινών περιοχών επισημαίνει κάποιο ιδιαίτερο γεγονός ή στοιχείο του χώρου (π.χ. τη θέση των αγαλμάτων στους αρχαίους ναούς, της Αγίας Τράπεζας μέσα στις εκκλησιές).

Πριν το 1800, το κτιριακό κέλυφος είναι το μόνο μέσο που διαχωρίζει το εσωτερικό από το εξωτερικό περιβάλλον και το μόνο μέσο για τον έλεγχο του θερμικού περιβάλλοντος, με βοηθητικό μέσο θέρμανσης τις εστίες τζακιού. Ο φωτισμός είναι κυρίως φυσικός. Συμπληρωματικός φωτισμός παρέχεται από κεριά και λάμπες λαδιού. Οι αρχιτέκτονες είναι υποχρεωμένοι να λαμβάνουν υπόψη τις υφιστάμενες μικροκλιματικές συνθήκες της περιοχής και να επαφίενται στην κατασκευή του κελύφους για τον έλεγχο του θερμικού και του φωτεινού περιβάλλοντος.

Η βιομηχανική επανάσταση ανατρέπει πλήρως το καθεστώς αυτό. Με τις τεχνολογικές καινοτομίες της περιόδου αυτής, οι σχεδιαστές των κτιρίων απελευθερώνονται από τις δεσμεύσεις που καθορίζουν τις αρχιτεκτονικές φόρμες. Η εξάρτηση από το φυσικό φως εκλείπει με την εφευρεση της λάμπας αεριού και στη συνέχεια του ηλεκτρικού λαμπτήρα πυράκτωσης από τον T. Edison (1879). Με την εφεύρεση του ηλεκτρικού λαμπτήρα προσφέρεται στους αρχιτέκτονες ένας νέος πλούτος, το τεχνητό φως, με τα τεράστια πλεονεκτήματα του.

Το τεχνητό φως, σε αντίθεση με το φυσικό, είναι απόλυτα ελεγχόμενο, ως προς τη διάρκεια αλλά και ως προς την ποσότητα. Θεωρητικά οι δυνατότητες του είναι άπειρες καθώς επίσης και η ικανότητα των αρχιτεκτόνων να δημιουργήσουν υψηλή αρχιτεκτονική είναι πολύ μεγαλύτερη. Οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε κάθε επαγγελματική μελέτη φωτισμού είναι:

 Οι φυσιολογικές απαιτήσεις του ατόμου, οι οποίες καθορίζουν:

  • Το επιθυμητό επίπεδο φωτισμού
  • Το βαθμό θάμβωσης
  • Την κατανομή της λαμπρότητας στο χώρο

 Η ψυχολογική διάθεση του ατόμου, η οποία επηρεάζει:

  • Τη θερμοκρασία χρώματος
  • Τη χρωματική απόδοση των λαμπτήρων

 Η βέλτιστη χρήση της ενέργειας, η οποία με τη σειρά της καθορίζει:

  • Την εκλογή του κατάλληλου επιπέδου φωτισμού
  • Η εκλογή του κατάλληλου είδους φωτιστικού
  • Την εκλογή των κατάλληλων λαμπτήρων και φωτιστικών σωμάτων
  • Την εκλογή του κατάλληλου συστήματος διαχείρισης του φωτισμού

 Τα φωτιστικά σώματα που επιλέγονται θα πρέπει:

  • Να εναρμονίζονται με την αρχιτεκτονική και τη διακόσμηση του χώρου τόσο από αισθητική όσο και από λειτουργική άποψη
  • Να διατηρούν τη θερμοκρασία κοντά στους λαμπτήρες και τα όργανα λειτουργίας τους σε χαμηλά επίπεδα
  • Να κατανέμουν κατάλληλα τη φωτεινή ροή των λαμπτήρων
  • Να είναι προσιτά για συντήρηση και καθαρισμό

 Είδη φωτισμού

 Γενικός εξασφαλίζει ικανοποιητικά επίπεδα φωτισμού για την ασφαλή, άνετη και ευχάριστη κίνηση και παραμονή στο χώρο.

 Τοπικός για ικανοποιητικό φωτισμό στις θέσεις εργασίας.

Ανάδειξης επιλεγμένων αρχιτεκτονικών και διακοσμητικών στοιχείων του χώρου.

Διακοσμητικός προσθέτει ζωντάνια και χρώμα και ενισχύει το αίσθημα της ζεστής και φιλικής ατμόσφαιρας.

 Θεόδωρος Δ Κοντορήγας MBA MSc PLDA SLL

Θ. Κοντορήγας και Συνεργάτες Αρχιτέκτονες Φωτισμού

Φωτό: Liliencare Mall, Wiesbaden, Germany / Lighting Design: Licht Vision.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: