Φωτισμός ανάδειξης υδάτινου στοιχείου

Το φως και το νερό υπήρξαν και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να είναι δυο πολύ σημαντικά στοιχεία σε κάθε ανθρώπινο πολιτισμό κυρίως λόγω της ικανότητας τους να απευθύνονται με τρόπο άμεσο στα ανθρώπινα συναισθήματα. Το υδάτινο στοιχείο είναι από τη φύση του ζωντανό και δυναμικό, προσθέτει δράση στην αρχιτεκτονική μέσω του ήχου που παράγει, τις ιδιαίτερες αποχρώσεις που αναδεικνύει και κυρίως με τις φυσικές του αντιδράσεις στο φως. Η αλληλεπίδραση των δυο αυτών στοιχείων σπανίως αφήνει αδιάφορο τον παρατηρητή. Μια βόλτα σε μια παράλια κατά το ηλιοβασίλεμα προσφέρει το εξαιρετικό θέαμα ενός απαλού ζεστού φωτός που αντανακλάται σε μια φαινομενικά ατελείωτη υδάτινη επιφάνεια. Είναι εκπληκτικό πόσο βαθιά αυτό το λαμπερό φαινόμενο διαπερνά την ανθρώπινη ύπαρξη και επηρεάζει το τρόπο που αισθανόμαστε ενώ στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για τίποτα περισσότερο από ένα οπτικό εφε που δημιουργείται μόνο και μόνο από τη διαρκή κίνηση του νερού. Είναι αλήθεια ότι καμία άλλη επιφάνεια δεν αλλάζει τόσο ριζικά την ποιότητα του φωτός όσο το υδάτινο στοιχείο ειδικά όταν βρίσκεται σε κίνηση. Παλαιοτέρα που ο τεχνητός φωτισμός γινόταν αντιληπτός μόνο ως ηλεκτρισμός και όχι ως ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία κάθε αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, ο συνδυασμός φωτός και υδάτινου στοιχείου ήταν περιορισμένος και με αρκετά προβλήματα. Οι σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα του φωτισμού όπως για παράδειγμα οι οπτικές ίνες, τα LEDs, οι προβολείς εναλλαγής χρωμάτων αξιοποιούνται σήμερα με τρόπο δημιουργικό και ευφάνταστο από τους μελετητές φωτισμού σε κάθε δυνατή αρχιτεκτονική εφαρμογή εσωτερικού ή εξωτερικού χώρου με παρουσία υδάτινου στοιχείου.

Είτε πρόκειται για μια μικρή λίμνη, ένα σιντριβάνι, μια πισίνα σε μια ιδιωτική κατοικία είτε για μεγαλύτερες εφαρμογές σε δημόσιους χώρους, σε λιμάνια, προβλήτες και γενικά σε περιβάλλον πόλης, η παρουσία του υδάτινου στοιχείου αποτελεί πάντα σημαντική πρόκληση για τη δημιουργία ενός εντυπωσιακού οπτικού αποτελέσματος.

Κάθε σχεδιασμός αρχιτεκτονικού φωτισμού γύρω ή μέσα στο νερό, καλείται ουσιαστικά να χρησιμοποιήσει με τρόπο δημιουργικό τις ανακλαστικές και διαθλαστικές ιδιότητες του μέσου, την κίνηση και το βάθος του για τη δημιουργία μιας ενδιαφέρουσας σύνθεσης. Πολλές φορές η συνειδητή επιλογή να μην φωτιστεί καθόλου μια υδάτινη επιφάνεια έτσι ώστε να λειτουργήσει σαν καθρέπτης, είναι εξίσου αποτελεσματική και προσθέτει δυναμισμό στη νυκτερινή εικόνα του κτιρίου. Μια άλλη τεχνική που συχνά χρησιμοποιείται είναι η αλλαγή του χρώματος του φωτισμού από τη γκάμα των ‘ψυχρών’ μπλε και πράσινων στα ‘ζεστά’ πορτοκαλί και κόκκινα κάτι που μπορεί να λειτουργήσει εντυπωσιακά παραπέμποντας σε εικόνες από φλόγες και φωτιά. Ένας γενικά αποδεκτός και βέλτιστος τρόπος φωτισμού του υδάτινου στοιχείου δεν υπάρχει εάν θέλουμε να πετύχουμε πρωτότυπα αποτελέσματα. Κάθε έμπειρος μελετητής φωτισμού γνωρίζει ότι στην πραγματικότητα δεν μπορούμε να φωτίσουμε το νερό, που είναι διάφανο όπως και ο αέρας και σε διαρκή κίνηση, όπως οποιαδήποτε άλλη επιφάνεια. Οι ιδιαίτερες ανάγκες κάθε εφαρμογής καθορίζουν και τον τρόπο που το υδάτινο στοιχείο θα χρησιμοποιηθεί για την ανάδειξη της αρχιτεκτονικής ενός χώρου σαν μέρος της σύνθεσης της συνολικής νυκτερινής του εικόνας. Κανόνες και μάλιστα ιδιαίτερα αυστηροί υπάρχουν ως προς τους κανόνες ασφάλειας που θα πρέπει να ακολουθούνται σε κάθε εγκατάσταση φωτισμού μέσα και γύρω από το νερό, αφού όπως είναι γνωστό το υδάτινο στοιχείο και ο ηλεκτρισμός δεν συνεργάζονται εύκολα.

Ο κατάλληλος φωτισμός μπορεί όχι μόνο να αναδείξει κάθε εφαρμογή με παρουσία υδάτινου στοιχείου αλλά και να προσθέσει ενδιαφέρον και γιατί όχι ‘μαγεία’ στη νυκτερινή εικόνα του χώρου. Για το λόγο αυτό ο μελετητής φωτισμού θα πρέπει να συμμετέχει από νωρίς στο σχεδιασμό των εφαρμογών αυτών για τον ακριβή καθορισμό τόσο των αισθητικών αναγκών όσο και των τεχνικών λεπτομερειών. Παρόλο τον ελκυστικό χαρακτήρα του συνδυασμού τεχνητού φωτισμού με το υδάτινο στοιχείο σε κάθε περίπτωση απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σχετικά με όλα τα πιθανά τεχνικά ή αισθητικά προβλήματα ενός τέτοιου παντρέματος. Άγνοια της σχέσης μεταξύ φωτός και υδάτινου στοιχείου μπορεί να οδηγήσει σε εξαιρετικά δυσάρεστα αποτελέσματα. Τυπικά παραδείγματα είναι η τοποθέτηση αμέτρητων προβολέων που υποτίθεται ότι φωτίζουν μια λίμνη ή τη θάλασσα ενώ στην πραγματικότητα το μόνο που καταφέρνουν είναι να προκαλούν φωτο-ρύπανση και θάμβωση στους περαστικούς και να καταστρέφουν τελείως τη νυκτερινή εικόνα του χώρου ή η τοποθέτηση προβολέων γύρω από ένα σιντριβάνι χωρίς όμως τελικά το φως να έρχεται από το ίδιο το σιντριβάνι επειδή οι γωνίες τοποθέτησης των προβολέων και η κατανομή του φωτός δεν είναι οι σωστές.

Η επιλογή των φωτιστικών που χρησιμοποιούνται κάτω από την επιφάνεια του νερού θα πρέπει να είναι αντικείμενο προσεκτικής μελέτης. Ο συνδυασμός και επαφή διαφορετικών υλικών κατασκευής σε ένα φωτιστικό μπορεί να οδηγήσει στη διάβρωση του. Η κοινώς αποδεκτή και λανθασμένη άποψη ότι το ανοξείδωτο ατσάλι είναι αδρανές μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα αφού όταν αυτό έρθει σε επαφή με αλλά μέταλλα μπορεί είτε να διαβρωθεί είτε να προκαλέσει διάβρωση στα αλλά μέταλλα μέσω ηλεκτρολυτικής αντίδρασης. Οι πιο σημαντικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη στο σχεδιασμό φωτισμού με χρήση υποβρύχιων φωτιστικών είναι οι ακόλουθοι:

  • Ο βαθμός καθαρότητας του νερού.
  • Η διάρκεια ζωής του λαμπτήρα και ο τρόπος που θα γίνεται η αλλαγή του.
  • Η συχνότητα που το νερό θα απομακρύνεται για το καθαρισμό του χώρου (εάν πρόκειται για τεχνητή λίμνη, σιντριβάνι, πισίνα κλπ).
  • Η πρόβλεψη για παροχή αρκετά μακριάς καλωδίωσης ώστε το φωτιστικό να μπορεί να βγει ολόκληρο από το νερό
  • Η τάση του ρεύματος που με ασφάλεια μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέσα στο νερό.
  • Η πιθανότητα να βρίσκονται άνθρωποι μέσα στο νερό όταν τα φωτιστικά είναι σε λειτουργία.
  • Η ύπαρξη φυτών ή άλλων οργανισμών μέσα στο νερό.

Είναι γεγονός ότι ο μελετητής φωτισμού έχει δυστυχώς στη διάθεση περιορισμένο αριθμό επιλογών για ποιοτικά και αξιόπιστα φωτιστικά που είναι κατάλληλα για υγρές εφαρμογές. Ο αριθμός των φωτιστικών με βαθμό προστασίας IP 68, που σημαίνει ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν κάτω από την επιφάνεια του νερού, είναι σχετικά μικρός και σε πολλές περιπτώσεις το κόστος τους είναι απαγορευτικό. Οι επιλογές είναι ακόμα πιο περιορισμένες για φωτιστικά κατάλληλα για λειτουργία σε θαλασσινό νερό.

 Τα κριτήρια με τα οποία γίνεται η επιλογή της κατάλληλης φωτεινής πηγής και του φωτιστικού για χρήση κοντά, μέσα ή κάτω από την υδάτινη επιφάνεια διαφέρουν αρκετά από αυτά για το εξοπλισμό που χρησιμοποιείται στη ξηρά. Η φωτεινή ένταση κάτω από την επιφάνεια του νερού επηρεάζεται όπως είναι λογικό σημαντικά από το βαθμό διαφάνειας ή καθαρότητας του νερού. Ακόμα και όταν το νερό είναι πλήρως διάφανο συνεχίζει να απορροφά φως. Ο βαθμός διαφάνειας είναι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων δύσκολο να ελέγχει, γεγονός που κάνει τον ακριβή υπολογισμό του φωτισμού επιφανείας και της φωτεινότητας εξαιρετικά δύσκολο και ο μελετητής θα πρέπει να βασισθεί σε μεγάλο βαθμό στην εμπειρία του.

Οι πιο διαδεδομένες φωτεινές πήγες για χρήση στους υποβρύχιους προβολείς είναι οι λαμπτήρες με παραβολικό ανακλαστήρα PAR χαμηλής τάσης από 35 έως 300W. Όταν το μέγεθος του υποβρύχιου προβολέα είναι σχετικά μικρό συνήθως χρησιμοποιείται ο λαμπτήρας PAR36 12V 50W ενώ όταν το μέγεθος είναι μεγαλύτερο η πιο συνηθισμένη επιλογή είναι ο λαμπτήρας PAR56 12V 300W. Οι λαμπτήρες αυτοί προσφέρουν δυνατότητα επιλογής της φωτεινής δέσμης από συγκεντρωτική έως ευρεία. Η χρήση φωτιστικών με χαμηλή τάση σε τέτοιες εφαρμογές είναι ενδεδειγμένη για λόγους ασφαλείας. Σε εφαρμογές που απαιτείται η χρησιμοποίηση πιο δυνατών προβολέων υπάρχουν οι προβολείς με λαμπτήρες μεταλλικών ατμών από 35 – 150W ή με λαμπτήρες αλογόνου από 100 έως 500W. Οι περισσότεροι προβολείς έχουν τη δυνατότητα να δεκτούν χρωματιστά φίλτρα στα 4 βασικά χρώματα (κόκκινο, κίτρινο, μπλε και πράσινο). Επειδή σε γενικές γραμμές η χρησιμοποίηση 300W σε βαθιά ή θολά νερά δεν είναι αρκετή έχουν κατασκευαστεί ειδικοί προβολείς που είναι εφοδιασμένοι με τον εξαιρετικά δυνατό λαμπτήρα PAR64 1000W. Βεβαίως για τη δημιουργία μοναδικών φωτιστικών εφε δεν είναι πάντα απαραίτητο να χρησιμοποιούνται υποβρύχια φωτιστικά. Όταν ο σχεδιασμός απαιτεί προγραμματισμό του φωτισμού ώστε να αλλάζει χρώμα, ένταση και σχήμα αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί με τους νέους στεγανούς (IP65) προβολείς εναλλαγής χρωμάτων που χρησιμοποιούν λαμπτήρα μεταλλικών ατμών 150W με διάρκειας ζωής 7000 ώρες και CMY (Cyan-Magenta-Yellow) μηχανισμό προσθετικής μίξης χρωμάτων.

Τα μόνα συστήματα φωτισμού που δεν απαιτείται να διαθέτουν βαθμό προστασίας IP68 για εφαρμογές σε νερό είναι τα συστήματα φωτισμού με οπτικές ίνες. Το πλεονέκτημα των συστημάτων αυτών έναντι των συμβατικών υποβρύχιων φωτιστικών είναι ότι η φωτεινή πηγή βρίσκεται σε κάποια απόσταση και σε φυσικά σε στεγνό χώρο. Με το τρόπο αυτό τα ηλεκτρικά μέρη του συστήματος (λαμπτήρας, μετασχηματιστής) δεν έρχονται σε άμεση επαφή με το νερό κάτι που κάνει τη λειτουργία και συντήρηση του όλου συστήματος είναι εύκολη και ασφαλής. Από την άλλη πλευρά βεβαίως εάν υπάρξει κάποια βλάβη στη φωτεινή πηγή αυτό θα επηρεάσει όλο το σύστημα και όχι μόνο τα επιμέρους σημεία φωτισμού. Ένα σημαντικό μειονέκτημα των συστημάτων με οπτικές ίνες είναι το σχετικά υψηλό κόστος τους και το ότι απαιτούν περίπλοκο σχεδιασμό, κάτι που απαιτεί τη συμμετοχή του μελετητή φωτισμού από τα πρώτα σταδία σχεδιασμού για την αποτελεσματική ενσωμάτωση της λεπτομέρειας στα αρχιτεκτονικά σχέδια του έργου. Τα συστήματα φωτισμού με απομακρυσμένη φωτεινή πηγή (remote source lighting) είναι αδύνατον να σχεδιαστούν από τη στιγμή που ένα έργο έχει ολοκληρωθεί. Τέλος η ένταση φωτισμού που πολλές απαιτείται για κάποια λογικής κλίμακας εφαρμογή με νερό (πχ. σιντριβάνι) περιορίζει τη χρήση τους σε μικρής κλίμακας εφαρμογές ή σε εφαρμογές που αποτελούνται από αρκετές μικρές φωτεινές πηγές.

Το υδάτινο στοιχείο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το πιο ατίθασο μέσο με το οποίο ένας μελετητής φωτισμού καλείται να δουλέψει. Ακόμα και κάτω από τις πιο ελεγχόμενες συνθήκες το νερό έχει μια τελείως δική του ζωή. Η επιφάνεια του είναι διαρκώς μεταβαλλόμενη, αναταράξεις προκαλούνται από κινήσεις του αέρα ή για παράδειγμα τη δραστηριότητα των σιντριβανιών κάτι που προκαλεί σημαντικές αλλαγές στις ανακλαστικές και διαθλαστικές ιδιότητες του. Κάθε πετυχημένος σχεδιασμός φωτισμού θα πρέπει να ξεκινά από την παρατήρηση της αλληλεπίδρασης του υδάτινου στοιχείου με το φως κατά τη διάρκεια της ημέρας και ύστερα να επιλέγεται η κατάλληλη νυκτερινή εικόνα του χώρου, έχοντας πάντα υπόψη τους κανόνες ασφαλείας και τις τεχνικές ιδιαιτερότητες του μέσου. Κάθε ευκαιρία σχεδιασμού τεχνητού φωτισμού γύρω ή μέσα από το υδάτινο στοιχείο αποτελεί και μια πρώτης τάξης ευκαιρία για τη δημιουργία αλησμόνητων νυκτερινών εικόνων.

 Θεόδωρος Δ. Κοντορήγας

 

%d bloggers like this: